«Ο Κόσμος όπως είναι!» και η επανατοποθέτηση του Αναρχικού προτάγματος

Του Κώστα Σβόλη

Η επιλογή για το σχολιασμό του συγκεκριμένου βιβλίου δεν είναι καθόλου τυχαία και έξω από τις πολιτικές αναγκαιότητες της περιόδου.  Έχει να κάνει με μια σειρά από σημαντικές συζητήσεις και θεωρητικές αναζητήσεις στο εσωτερικό του σύγχρονου διεθνούς Αναρχικού χώρου, αλλά και του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος. Συζητήσεις που δεν περιορίζονται μονάχα στους στοχαστές που έχουν έχουν τις αναφορές τους ή μετέχουν ενεργά στο επαναστατικό ρεύμα του Αναρχισμού, αλλά που διαπερνούν τα συλλογικά του μορφώματα και εν τέλει καθορίζουν τις αντιλήψεις, τις πρακτικές τους προσανατολισμούς και τα προτάγματα, με βάση τα οποία παράγεται η σύγχρονη Αναρχική πολιτική.

Ο Κώστας Γαλανόπουλος στο βιβλίο του Ο Κόσμος όπως είναι, που εκδόθηκε το 2015 από τις εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, προσπαθεί να πιάσει το νήμα αυτής της συζήτησης από την αρχή.

Από το ζήτημα της Ανθρώπινης φύσης και πώς αυτό αποτέλεσε μια κομβική συζήτηση για τη συγκρότηση του ίδιου του Αναρχικού ρεύματος. Το ίδιο το δίπολο -για την καλή ή την κακή φύση του ανθρώπου-  είναι αντανακλαστικό, καθώς η Κυριαρχία – και ας την κρατήσουμε αυτή την λέξη για παρακάτω- προκειμένου να αιτιολογήσει  τη δομική θέση επιβουλής-υποταγής οφείλει να υποθέσει έναν άνθρωπο κακό, αχρείο, επικίνδυνο.

Είναι αρκετά  διαδεδομένη η αντίληψη ότι ο Αναρχισμός, προκειμένου να αμφισβητήσει την νομιμοποιητική βάση της κυριαρχίας, οφείλει να υποθέσει έναν άνθρωπο αγαθό, ο οποίος εξαχρειώνεται από την κακοποιό εξουσία. Ο Γαλανόπουλος εστιάζει στον Carl Schmit ως έναν από τους πρώτους και βασικούς εκφραστές που αποδίδουν την παραπάνω θέση στον Αναρχισμό και του ασκούν κριτική γι’ αυτήν.

Το ενδιαφέρον, όμως, γίνεται μεγαλύτερο τα τελευταία χρόνιο που αυτή η ανάγνωση/ κριτική του Αναρχισμού επαναδιατυπώνεται από στοχαστές που τοποθετούν τους εαυτούς τους, έστω και κριτικά, στην Αναρχική παράδοση και εμπνέονται από τις επεξεργασίες της μεταδομιστικής και  μεταμοντέρνας σκέψης. Στην κίνηση της αυτή η κριτική και για να θεμελιώσει την θέση της εν τέλει σε κάποια Αναρχική παράδοση επανεισάγει στον πυρήνα της Αναρχικής σκέψεις στοχαστές όπως ο Στίρνερ.

Η βασική κριτική, στην οποία από την μεριά του θα ασκήσει ο συγγραφέας στον μετα-Αναρχισμό, έχει να κάνει με την εναρκτήρια θέση του για το πώς αντιλαμβάνεται την ίδια την οντολογική θεμελίωση του κλασικού Αναρχισμού.

Οι διάφοροι στοχαστές του μετά-Αναρχισμού, οπλισμένοι με τις μεταδομιστικές αιτιάσεις περί εξουσίας/ γνώσης, επιχειρούν τη διεύρυνση της έννοιας της εξουσίας προς όλες τις πιθανές εστίες παραγωγής της. Η εξουσία μοριοποιείται, διαχέεται στον κοινωνικό ιστό και παύει να αποτελεί την την αποκλειστική ιδιότητα υπερ-δομών, όπως το κράτος. Κρύβεται πλέον μέσα σε κάθε κοινωνική σχέση και ο χαρακτήρας της αποκαλύπτεται όχι απλώς ως καταπιεστικός, αλλά ως παραγωγικός- συγκροτητικός. Οι μετά-Αναρχικοί, μέσα από αυτή την κίνηση, αναμετριούνται με τις αξιώσεις του Διαφωτισμού, οι οποίες προϋποθέτουν το έλλογο υποκείμενο ως ικανό να θέτει το ίδιο τους  νόμους του, αλλά και να τηρεί τη δέσμευση που αυτό συνεπάγεται.

Για να θεμελιώσουν την κίνηση της ρήξης του μετά-Αναρχισμού με τη διαφωτιστική παράδοση του κλασικού Αναρχισμού, στοχαστές όπως ο May αποδέχονται το βασικό επιχείρημα του Carl Schmit ότι στον πυρήνα του μεγάλου μέρους του αναρχικού προτάγματος βρίσκεται η παραδοχή ότι τα ανθρώπινα όντα έχουν μια ανθρώπινη φύση, μια ουσία εν γένει καλή ή αγαθή, διαπιστώνοντας με αυτό τον τρόπο ότι ο Αναρχισμός έχει διαποτιστεί από έναν τύπο ουσιοκρατίας ή νατουραλισμού.   Παραγνωρίζοντας ότι, αν οι «κλασικοί» Αναρχικοί παραδέχονται μια ανθρώπινη φύση, αυτή είναι ότι ο άνθρωπος είναι ον κοινωνικό, όταν δεν δύναται να υπάρχει άνθρωπος εκτός κοινωνίας, όπως ισχυρίζεται και ο Κροπότκιν στην Αλληλοβοήθεια.

Ο Newman κάνει μια μετατόπιση σε σχέση μετά επιχειρήματα του May, η δικιά του κριτική εστιάζει στο ότι, για τους Αναρχικούς, οι άνθρωποι είναι ενστικτωδώς και οργανικά μέρος ενός κοινωνικού όλου, διαβλέπει μια λογική κοινωνικού ουσιοκρατισμού, η οποία αναδύεται ενάντια στην λογική της εξουσίας.

Ας έρθουμε, όμως, σε εκείνα τα στοιχεία του διαφωτισμού που πράγματι είναι δομικά στην Αναρχική αλλά και εν γένει στην επαναστατική παράδοση. Ο άνθρωπος του Διαφωτισμού προικίζεται με την ικανότητα της αυτοδιάθεσης και της αυτονομίας και μάλιστα στο πεδίο όπου χωρίς αυτήν το ίδιο δεν μπορεί να υπάρξει, το πεδίο της πολιτικής. Οι ριζοσπαστικές/ επαναστατικές εκφάνσεις του Διαφωτισμού καταργούν τις εξαιρέσεις και διακηρύττουν την καθολικότητα αυτής της ικανότητας/ δικαιώματος. Για να συγκροτηθεί αυτός ο Άνθρωπος ως καθολικότητα της δυνητικής αυτονόμησης δια μέσω του Λόγου, τα επιμέρους χαρακτηριστικά και ιδιαιτερότητες υποτιμούνται και παραμερίζονται, διαπιστώνουν οι μετά- Αναρχικοί στοχαστές για να επιτεθούν στην νεφελώδη αφαίρεση, ως μεταφυσική.

Η αντιδιαφωτιστική μεταμοντέρνα σκέψη διασπά τον άνθρωπο στις ιδιαιτερότητες του – γλώσσα, ιστορία, κουλτούρα-, γιατί νομίζει ότι έτσι επιτίθεται στην αφαίρεση της καθολικότητας του ανθρώπου, της κοινής ουσίας της ανθρώπινης φύσης. Στην πραγματικότητα επανεισάγει την αφαίρεση μέσα στην μερικότητα των κατηγοριών που εισάγει για να κονιορτοποιήσει το υποκείμενο, στα επιμέρους χαρακτηριστικά του, τα οποία δεν αντιλαμβάνεται ως συγκρoτητικά στοιχεία του υποκειμένου, αλλά τα ανάγει σε σχεδόν αυτονομημένες οντότητες/ ταυτότητες.

Στην πραγματικότητα οι Μετά- Αναρχικοί, όπως εν γένει ο μετα-δομισμός δεν αντιπαρατίθενται με την «καλή φύση» του Ανθρώπου, αλλά την κοινωνική του φύση. Με τη βασική αντίληψη του Αναρχισμού ότι η σχέση του ανθρώπου με την κοινωνία δεν είναι μια εξωτερική σχέση, αλλά a priori συνθήκη για την ύπαρξη του ανθρώπου. Αμφισβητώντας την θέση του κλασικού Αναρχισμού για την καθολικότητα του χειραφετητικού προτάγματος, ο μετά-Αναρχισμός στην πράξη αμφισβητεί την ικανότητα των ανθρώπων να ζήσουν μέσα σε μια διευρυμένη κοινωνική συνθήκη/Κοινωνία χωρίς τον «Κηδεμόνα» και τη σύγχρονη μορφή του που είναι το Κράτος.

Όσο και αν μας κάνει εντύπωση, στη μάχη τους απέναντι στην Αναρχική ουσιοκρατία του «καλού ανθρώπου» οι διάφοροι μετά- Αναρχικοί έρχονται να συναντήσουν μια άλλη ουσιοκρατική αντίληψη που αποτελεί την θεμέλια λίθο τόσο του φιλελευθερισμού όσο και του Δεσποτισμού, αυτή του «δόλιου ανθρώπου». Του ατόμου που, όντας σε εξωτερική σχέση με την κοινωνία, δεν μπορεί να υπάρχει σε αυτή μονάχα μέσω της παρέμβασης ενός «ρυθμιστή». Έχοντας διαμελίσει το υποκείμενο σε- πολλές φορές μάλιστα αντικρουόμενες/ αυτονομημένeς ιδιότητες/ ιδιαιτερότητες-, η συνύπαρξη μέσα στην κοινωνία γίνεται αντιληπτή ως άθροισμα «δικαιωμάτων» που προφυλάσσουν το ένα άτομο από το άλλο. Η ελευθερία προσδιορίζεται ως η αρνητική ελευθερία που η ελευθερία του ενός περιορίζει την ελευθερία του άλλου και όχι ως η θετική ελευθερία του Αναρχισμού που η ελευθερία του ενός προάγει την ελευθερία όλων και αντίστροφα. Για να είμαστε πιο δίκαιοι με τον μετά-Αναρχισμό, ίσως στη θέση του ατόμου θα πρέπει να βάλουμε τις επιμέρους ταυτοτικές κοινότητες, τις ενώσεις κοινών συμφερόντων, οι τις ομάδες συγγένειας (affinity groups) κλπ.

Αυτή την απαισιόδοξη ανθρωπολογία ενός διαρκώς φοβισμένου ανθρώπου/ έστω κοινότητας που απειλείται συνεχώς μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό/ πολιτικό περιβάλλον, δηλαδή μέσα σ’ αυτό που θα ονομάζαμε κοινωνία, πέρα από τους θιασώτες του δεσποτικού Κράτους όπως ο Hobbes την υιοθέτησε σχεδόν στο σύνολό της και η φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία. Απαιτώντας από το κράτος να «κάνει καλά» την συγκεκριμένη δουλειά του, για να μπορούν οι πολίτες να ασχολούνται απερίσπαστα με τις ιδιωτικές τους υποθέσεις. Αλλά σε ένα βαθμό, ακόμα και αυτοί που για να αποδημήσουν το κράτος ως κάτι εξωτερικό ως προς την κοινωνία, άρχισαν να βλέπουν το κράτος παντού, κάτω από κάθε πέτρα κοινωνικής πρακτικής. Με αυτό τον τρόπο κατέστησαν το κράτος διάχυτο, σχεδόν αόρατο και άρα σχεδόν αήττητο και μυστικοποιημένο.

Έχασαν από το οπτικό τους πεδίο τη διάκριση μεταξύ εξουσίας και κυριαρχίας, ξεχνώντας ότι ο βασικός στόχος του Αναρχισμού δεν προσδοκά την πλήρη κατάργηση της εξουσίας, αλλά μόνο την ιεραρχική-διαχωρισμένη της θέσμιση, δηλαδή την Κυριαρχία. Γιατί ο αγώνας ενάντια στις μοριακές εξουσίες και της εκ νέου ανάδυσης τους δεν μπορεί παρά να είναι διαρκές κοινωνικό διακύβευμα.

Ο συγγραφέας του Ο κόσμος όπως είναι, σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη προσπαθεί να αναδείξει όλα εκείνα τα στοιχεία στον κλασικό Αναρχισμό που αποδεικνύουν πως η καθολικότητα του αιτήματος της κοινωνικής χειραφέτησης δεν οδηγεί σε έναν επίγειο παράδεισο, μια στατική ομογενοποιημένη και αδιαφοροποίητη ειρήνευση. Αλλά σε μια πολύπλοκη, αντιφατική, δυναμική κίνηση που η κοινωνική χειραφέτηση, η αντιμετώπιση των επιμέρους εξουσιαστικών τάσεων ανάμεσα στα πρόσωπα/ κοινωνικά υποκείμενα και ο αγώνας ενάντια στην εκ νέου ανάδυσης της Κυριαρχίας και της Εκμετάλλευσης δεν είναι παρά ένας συνεχές διακύβευμα. Αυτό όμως ας μην παρανοηθεί ως μια «διαλεκτική σύζευξη» ή ως μια «ανταγωνιστική συνύπαρξη» με τους δυο αυτούς πόλους της ταξικής κοινωνίας.

Ο Γαλανόπουλος θεωρεί ότι ο Προυντόν αφαιρεί οποιαδήποτε δυνατότητα μεταφυσικού ριζώματος της ουσιοκρατίας, καθώς ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ζώο που ζει κοινωνικά», που ζει μέσα σ’ ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων. Ο άνθρωπος είναι συλλογικός από ένστικτό, αλλά και από συλλογισμό και εκλογή. Η κοινωνία δεν είναι η Κοινωνία, ο άνθρωπος δεν είναι ο Άνθρωπος ο λαός δεν είναι ο Λάος. Λέει ο Προυντόν: «Θέλω να δω, θέλω να ακούσω τον Λαό σε όλη του την ποικιλότητα και όλο του το μέγεθος, όλες τις ηλικίες, τα φύλα, τις καταστάσεις, όλες τις αρετές και τις αθλιότητες, γιατί όλα αυτά είναι Λαός»

Ο Λαός δεν είναι μια αφηρημένη οντότητα που ίπταται πάνω από τα υποκείμενα, δεν είναι ένα ταυτοτικό «ανήκειν», αλλά μια συγκροτητική διαδικασία της κοινωνίας σε πολιτικό σώμα, όμοιο μ’ αυτό που παρουσιάζει ο Ρουσώ στο «κοινωνικό συμβόλαιο».

Ο Μπακούνιν προχωράει ακόμα παραπέρα βλέποντας τη δημιουργία της «ανθρωπινότητας» του ανθρώπου ως μια διαρκή διαδικασία και όχι ως μια «φυσική κατάσταση» ή μια «ουσία». Ως μια άπειρη σειρά δράσεων και αντιδράσεων, ως μια αλληλουχία ακατάπαυστών μετασχηματισμών.

Η φύση η ίδια αποκλείεται από κάθε μυστικιστική ή μεταφυσική ιδέα μιας Ουσίας ή ντετερμινισμού. Οι φυσικοί νόμοι δεν είναι παρά το εμπειρικό αποτέλεσμα της συστηματικής παρατήρησης της φύσης από τον άνθρωπο και όχι κάποιες αναπόδραστες αλήθειες.

Ακόμα και αν ασκήσουμε κριτική σε κάποια ψήγματα «βιολογισμού» που μπορεί να διακρίνει κανείς στον Μπακούνιν ή στον Κροποτκιν, το επίκεντρο της συγκρότησης του ανθρώπου ως τέτοιου παραμένει η κοινωνία. Μια κοινωνία μη στατική σε διαρκή κίνηση και διαρκούς σύγκρουσής δυνάμεων και καταστάσεων, όπως η αλληλοβοήθεια και ο ανταγωνισμός. Η αλληλοβοήθεια του Κροπότκιν δεν έχει καμία σχέση με κάποια «ουσία» ή με κάποια «φύση» και οι μετά-Αναρχικοί εδώ πολεμάνε με τους δικούς τους ανεμόμυλους. Τα αισθήματα και οι πρακτικές της αλληλεγγύης και της συντροφικότητας αναπτύχθηκαν ως αποτέλεσμα της κοινωνικής ζωής και όχι κάποιας «ουσίας». Η ηθική που συγκροτούν δεν είναι παρά ένα από τα αποτέλεσμα τά τους.

Ακριβώς το ίδιο ισχύει και με τα αντίθετα τους την κυριαρχία, την επιβολή, την εκμετάλλευση. Το ποια κατεύθυνση θα ακολουθήσουν οι κοινωνίες έχει να κάνει με την πολιτική βούλησή τους και τις δυνάμεις που αντιμάχονται στο εσωτερικό τους και με κανένα σιδερένιο νόμο της ιστορίας.

Δε νομίζω ότι χρειάζεται να πούμε περισσότερα για να καταδείξουμε τη ρηχότητα απόψεων σαν αυτές του Heywood που παρουσιάζουν τον κλασικό Αναρχισμό ως ένα καλοσυνάτο ουτοπισμό. Ή ως μια αντιστροφή της φυσικής κατάστασης του Hobbes όπως ερμηνεύει τον Αναρχισμό ο Cartre.

Το θέμα μας δεν είναι αν οι άνθρωποι είναι αρκετά καλοί για έναν «ιδανικό τύπο» κοινωνίας, αλλά μέσα από ποιες διαδικασίες ρήξης, ασυνέχειας, μετατόπισης θα αποκτήσουν την ικανότητα να συγκροτήσουν τις σχέσεις, το φαντασιακό και τις αυτοθεσμίσεις που θα κάνουν ορατή την δυνατότητα της μιας κοινωνίας που η κοινωνική χειραφέτηση θα είναι το διαρκές επίδικο.

Η διαμάχη όμως του μετα-Αναρχισμού με τον Αναρχισμό δεν έχει να κάνει, ούτε οφείλεται σε, μια «παρεξήγηση», σε μια λάθος κατανόηση ή την παρερμηνεία των θέσεων των «κλασικών» για την «ανθρώπινη ουσία». Έχει να κάνει με το ίδιο το πολιτικό πρόταγμα και τις στοχεύσεις των δυο ρευμάτων. Εδώ λοιπών πρέπει να επιστρέψουμε στην συζήτηση για το πώς νοούμε την Ελευθερία.

Νοούμε την ελευθερία ως την ατομική ελευθερία των επιλογών, η οποία βρίσκεται σε μια διαρκή ένταση με την ελευθερία των άλλων και των επιλογών τους; ή νοούμε την ελευθερία ως την έκφραση του δικαιώματος της κοινωνίας να αυτοκυβερνάται, χωρίς να επικαθορίζεται και να ελέγχεται από έναν εξωτερικό καταναγκασμό, από μια Κυριαρχία που ασκείται πάνω της; Δηλαδή νοούμε την ελευθερία ως μια αυθαίρετη κατηγορία ή ως αδιάρρηκτη σχέση μεταξύ ελευθερίας, ισότητας και αδελφοσύνης; Αν αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το δεύτερο, τότε η ελευθερία, για την οποία αγωνιζόμαστε, δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη, απεριόριστη, αδιαπραγμάτευτη και προπαντός ατομική. Πρόκειται για μια ελευθερία μεταξύ προσώπων μέσα στο κοινωνικό/ πολιτικό χώρο που συναντιούνται συνάρτηση των πολλαπλών σχέσεων που συνάπτουν και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που τα συγκροτούν.

Η ίδια η ελευθερία του προσώπου σ’ αυτή την περίπτωση πηγάζει από τον τεράστιο αριθμό των υλικών, πνευματικών και ηθικών επιρροών, με τις οποίες τα υπόλοιπα πρόσωπα αλλά και η κοινωνία (ως σχέση πέρα από το διαπροσωπικό και το οικείο) επιδρούν πάνω του, την στιγμή που και το πρόσωπο επιδρά σε αυτά.

Αν νοούμε την ελευθερία ως μια ατομική κατάσταση, ως μια αυτοαναφορική κατάσταση, μέσα από την οποία «μαθαίνουμε τον εαυτό μας» τις ιδιαιτερότητές τους και τα δικαιώματα που αυτές παράγουν απέναντι στις ιδιαιτερότητες και τα δικαιώματα των άλλων ατόμων, με τα οποία (πέρα από τις σχέσεις τις οικειότητας, της συγγένειας, των κοινών γούστων), δεν αναγνωρίζουμε κανέναν δεσμό πέρα μόνο μέσω των συναλλαγών. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με μια εργαλειοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, για των υποβιβασμό τους σε μια χρηστικότητα, και την μετατροπή των αποτελεσμάτων αυτής των σχέσεων σε μια μορφή ιδιοκτησίας.

«Να αδράξει και να πάρεις αυτό που σου χρειάζεται! Έτσι κηρύσσεται ο πόλεμος όλων εναντίων όλων. Εγώ μόνο καθορίζω τι θέλω να έχω», μας προτρέπει ο «Αναρχικός» Στίρνερ, ξαναφέρνοντας μας τον Λεβιάθαν του Hobbes από το παράθυρο, σαν την μόνη λύση απέναντι στον στιρνερικό Ατομισμό, όσο και αν αυτό ακούγεται προκλητικό.

Όσο και αν ο Στίρνερ προσπαθεί να ξεφύγει από την αφαίρεση και την καθολικότητα, τις επανεισάγει διαμέσου μιας αφηρημένης, ανιστορικής και ιδεαλιστικής σύλληψης της ανθρώπινης ατομικότητας, η οποία υποβιβάζει τον ίδιο τον εαυτό απλά σε ιδιοκτησία του. Κλείνοντας τα μάτια του με μια συλλογική δημιουργία του προσώπου, που συγκροτείται από τις άπειρες εισροές που το διαμορφώνουν μέσα από μια διαδικασία επαναπροσδιορισμού τους συγκροτώντας τον εαυτό του χωρίς να τον «κατέχει».

*Το παραπάνω κείμενο αποτέλεσε εισήγηση στην εκδήλωση με τίτλο: Εκδήλωση-Συζήτηση με αφορμή το βιβλίο του Κώστα Γαλανόπουλου: «Ο Κόσμος όπως είναι! Η ανθρώπινη φύση στον κλασικό αναρχισμό και η μετα-αναρχική ένσταση» από τις εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες,  η οποία έγινε στις  9/12/2016 στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα στα πλαίσια του κύκλου συζητήσεων στην Αυτοδιαχειριζόμενη Δανειστική Βιβλιοθήκη.

Το ξεπούλημα του ΟΛΘ θα το ζήλευε κι η Θάτσερ

 05/05/2017

No Next Post

One thought on “«Ο Κόσμος όπως είναι!» και η επανατοποθέτηση του Αναρχικού προτάγματος”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Απαντήστε στην παρακάτω ερώτηση * Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.