Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα μέσα από τα μάτια του πατέρα του

Της Marta Silvia Dios Sanz

…να γεννηθεί επιτέλους, κάποια στιγμή, μια γενιά ανθρώπων σε μια τρεμάμενη αυγή, στις όχθες ενός καθαρότερου χρόνου.

Χούλιο Κορτάσαρ

Μετά τη δολοφονία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη ζούγκλα της Βολιβίας, ο πατέρας του Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς φυλάει κλειδωμένες στα συρτάρια του γραφείου του όλες τις επιστολές του γιου του. Η ψυχή μάταια γυρεύει απαντήσεις μέσα στο σκοτάδι της απόγνωσης, δεν υπάρχει καν τάφος να αφήσει ένα λουλούδι -ή να πει μια τελευταία κουβέντα.

Ο Τσε αιωρείται σαν σκιά μέσα στο σπίτι, κανείς δεν τολμάει να ανοίξει τα συρτάρια του γραφείου. Ώσπου μια μέρα ο πατέρας αποφασίζει να βγάλει προσεκτικά όλες τις επιστολές του και να τις απλώσει πάνω στην ξύλινη επιφάνεια. Η φιγούρα του Τσε μοιάζει με παζλ από μελάνι και φωνή. Κάποια στιγμή όμως θα αρχίσει να του μιλάει χαμηλόφωνα στο γερασμένο του αυτί.

Κάμποσο καιρό αργότερα ο Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς παίρνει μια δεύτερη απόφαση: θα γράψει ένα βιβλίο που θα δώσει σάρκα και οστά στη φωνή που πλέον ξέρει πολύ καλά. Έτσι λοιπόν βγαίνει στο φως ένα εξαιρετικό βιβλίο 380 σελίδων με τίτλο «Ο Γιος μου ο Τσε» (Mi hijo el Che), το οποίο πρωτοδημοσιεύεται το 1981 από τον εκδοτικό οίκο Plaza Janés.

Το βιβλίο αφηγείται τη ζωή του Τσε Γκεβάρα από τη γέννησή του μέχρι τη στιγμή που θα κάνει το δεύτερο ταξίδι στη Λατινική Αμερική μαζί με τον φίλο του Κάρλος Καλίκα Φερέρ το 1953. Επίσης υπάρχει ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στην επίσκεψη της οικογένειας Γκεβάρα στην Κούβα καθώς και πολλές εντυπώσεις σχετικά με την κουβανική επανάσταση.

Πέρα από το καθαυτό περιεχόμενο του βιβλίου που επιβάλλει προσεκτική ανάγνωση, υπάρχει μια στιγμή που δικαιώνει την υπάρξή του πάνω σε τούτη τη γη: είναι η στιγμή που ο πατέρας του Τσε Γκεβάρα αφουγκράζεται -για πρώτη φορά ίσως- την ψυχή του Τσε. Συγκεκριμένα αναφέρομαι στην τελευταία σελίδα του βιβλίου, η οποία μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά.

“Είχε κάνει μια υπερανθρώπινη προσπάθεια για να γίνει γιατρός. Όταν πήρε το πτυχίο, όταν είχε την αξιοζήλευτη ευκαιρία να εργαστεί δίπλα δίπλα σε διεθνούς φήμης επιστήμονα όπως ήταν ο γιατρός Πισάνι, τα τίναξε όλα στον αέρα αφήνοντας πάλι πίσω την οικογένεια, τους φίλους και τις διάφορες ασχολίες, αναζητώντας νέους ορίζοντες. Τι αναζητούσε, διερωτούμουν εγώ. Περιπέτειες; Μακρινούς ορίζοντες; Αρχαιολογικές εμμονές; Όχι, όχι, δεν ήταν τίποτα από όλα αυτά.

Δεν χωρούσε καμία αμφιβολία ότι υπήρχε κάτι βαθιά ριζωμένο μέσα του, το οποίο τον έσπρωχνε όλο και πιο μακριά. Άρχισα να καταλαβαίνω αυτήν την ακατάληπτη για μένα ορμή όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Άρχισα να ξαναδιαβάζω -έχοντας ανακτήσει την εσωτερική μου γαλήνη- τις επιστολές του και να μελετάω το περιεχόμενό τους. Μέσα στις επιστολές βρισκόταν η απάντηση στο ερώτημα που έως τότε αδυνατούσα να καταλάβω. Υπομονετικά κατάφερα να αποσαφηνίσω εκείνο το αίνιγμα ακολουθώντας την πορεία της ιδεολογικής του εξέλιξης.

Ξαναδιαβάζοντας αυτές τις επιστολές μπόρεσα να εισχωρήσω στην εσωτερική του ζωή. Μέσα από τις ιλιγγιώδεις σκέψεις του άρχισε να διαμορφώνεται βαθμιαία κάτι το οποίο με την πάροδο του χρόνου πήρε μορφή και ουσία, κάτι του οποίου την καλύτερη έκφραση βρίσκω σε μια επιστολή που κάποτε μας είχε στείλει από τις Ινδίες:

‘Έχει αναπτυχθεί πολύ έντονα μέσα μου η αίσθηση του μαζικού σε αντιπαράθεση με το ατομικό, εξακολουθώ να είμαι ο μοναχικός άνθρωπος που ήμουν, ψάχνοντας τονδρόμο μου χωρίς βοήθεια, με τη διαφορά όμως ότι τώρα έχω επίγνωση του ιστορικού μου χρέους, του χρέους μου απέναντι στην Ιστορία.

Δεν έχω σπίτι, ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά, ούτε αδέλφια. Οι φίλοι μου θα παραμείνουν φίλοι αν σκέπτονται πολιτικά όπως κι εγώ. Είμαι χαρούμενος ωστόσο, νιώθω ότι κάτι αξίζω σε τούτη τη ζωή, όχι μόνο νιώθω την εσωτερική δυνατή ορμή που ανέκαθεν ένιωθα, αλλά και επίσης την ικανότητα να τη μεταδίδω στους άλλους. Η απόλυτη επίγνωση της μοιραίας αποστολής μου εξαφανίζει κάθε φόβο’”.

Η Φαντασία για Πιάνο, χορωδία και Ορχήστρα έργο 80συνετέθη από τον Μπετόβεν σε διάστημα λίγων ημερών. Θυμάμαι πως κάποτε μια φίλη μου είχε πει ότι ο Μπετόβεν παρατείνει όσο μπορεί τα τρία τελευταία λεπτά αυτής της μουσικής σύνθεσης.

Καθώς φτάνω στο τέλος του άρθρου, ακούω προσεκτικά το φινάλε μέσα στην ησυχία της αυγής. Αβίαστα λοιπόν η φωνή του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα αρχίζει να πλέκεται με το φινάλε του Μπετόβεν. Τα τρία τελευταία λεπτά, που αποβλέπουν στην αιωνιότητα των ήχων, μεταδίδουν ένα ιδιαίτερο τέντωμα της ψυχής, ένα τέντωμα που ξεχωρίζει τους ζωντανούς από τους νεκρούς, τους ιδεαλιστές από τους κομφορμιστές.

Κάποτε ρώτησαν τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ ποια είναι η γνώμη της για τον κομφορμισμό. Η απάντησή της είναι η εξής: «Είναι μια αρρώστια. Είναι μια μίζερη αρρώστια». Στη συνέχεια ο δημοσιογράφος τη ρωτάει γιατί έχει επιλέξει το επίθετο «μίζερη». Και εκείνη απαντάει: «Γιατί ο κομφορμισμός σε εμποδίζει να ζήσεις. Οι κομφορμιστές είναι αυτοί που δεν έχουν ζήσει».

πηγή: Αυγή

Πέθανε ο συγγραφέας του «Εξορκιστή»

 14/01/2017

Ερωτικά Τραγούδια (τμήμα ΙΙΙ)

 22/01/2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Απαντήστε στην παρακάτω ερώτηση * Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.