Νίκος Ξυλούρης: Ανώγεια Ρεθύμνου, 7 Ιουλίου 1936, Πειραιάς, 8 Φεβρουαρίου 1980

Νίκος Ξυλούρης
(Ανώγεια Ρεθύμνου, 7 Ιουλίου 1936,  Πειραιάς, 8 Φεβρουαρίου 1980)

Πώς να τραγουδήσω
πώς να σας μιλήσω
πώς να φωνάξω,
πώς να σας το πω;

Αρμυρή πατρίδα,
τόπος μου και πάθος
πώς να χορτάσω,
τόση αστροφεγγιά;

Αρμυρή πατρίδα,
τόπος μου και τάφος
πώς να ριζώσω
στην ξερολιθιά;
(Στίχοι: Κώστας Μύρης/Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος/Δίσκος: Χρονικό)

Με τη φωνή του τραγούδησε το αντάμωμα του βράχου με τη θάλασσα, η φωνή του καθαρός αέρας των βουνών στις αρτηρίες της πόλης.

Στο άκουσμά της ρίγησαν οι ντάπιες του Μεσολογγιού και οι σκιές των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

Στο άκουσμά της δάκρυσε ο «κυρ Μέντιος», το «θύμα» και το «ψώνιο» του κόσμου τούτου.

Και η Κρήτη πάντα εκεί, αγρίμι-αγριμάκι, ‘λάφι που πίνει νερό στον κυματισμό του τραγουδιού του.

Άστρα μετρούσε με τη λύρα του, καημούς των ανθρώπων κεντούσε.

Για δίσεχτα χρόνια τραγούδησε, όργωνε, θέριζε και με την γλώσσα του Ομήρου μας τραγουδούσε…

Με την ξαστεριά στην άκρη των ματιών του, περπάτησε στους δρόμους της εφτάχρονης νύχτας και η σπίθα της δικής του φωνής ακούστηκε πάνω από τα τσακισμένα σίδερα και τα ουρλιαχτά των ανθρώπων χωρίς πρόσωπο που επιχειρούσαν να σκοτώσουν το αύριο.

Η φλόγα του κεριού της δικής του φωνής φώτισε το «Καπνισμένο Τσουκάλι» της συλλογικής μας μνήμης, που στεκόταν εκεί, μαζί με το μουσκεμένο παλτό του ποιητή, που το κυνήγησαν οι άνεμοι της εξορίας, και αυτό εκεί, επέμενε και επιμένει πως «εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο».

Έσμιξε τον κόσμο με τη φωνή του, που την έκανε γεφύρι για να βαδίσουν πάνω της ιστορίες λαών που έπεσαν στις πλατείες όλου του κόσμου γιατί δεν ήθελαν τις αλυσίδες και δεν γονάτισαν ακόμα και όταν «τούτοι εδώ διατάξανε τη στυγερή εξόντωση».

Παραμύθια ιστορούσε με τη φωνή του που μιλούσαν για το λυγμό και την ευχή μιας κόρης να δει τον αγαπημένο της και τραγουδούσε το μοναχικό της τραγούδι ανάμεσα σε σπαθιά πειρατικών σιναφιών που άναβαν φωτιές και φονικά.

Η θάλασσα συνεχίζει το ταξίδι της κατά πως το ‘χει συνήθειο, μόνο όταν περνάει από την Κρήτη με τον κυρ Αλέξανδρο στο τιμόνι και πιλότο τον πόρφυρα, το μαύρο ψάρι κοντοστέκεται λίγο, για να ακούσει το τραγούδι του λυράρη, «μεγάλωσαν τα γένια μας, η ψυχή μας αλλιώτεψε», και τότε η αλμυρή θεά, μια στιγμή πριν ανέμελη, χαμηλώνει τα μάτια και κοιτάζει εντός της…

πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πέθανε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης

 07/02/2017

Ο Μίκης για τον Λουκιανό: «Ήταν ένα φαινόμενο της ζωής»

 09/02/2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Απαντήστε στην παρακάτω ερώτηση * Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.