Η Μάρω Δούκα μιλάει για το «έλα να πούμε ψέματα»

 

Χθες το βράδυ στο βιβλιοπωλείο  πλειάδες, είχα την τύχη και την χαρά να βρεθώ στην βιβλιοπαρουσίαση του «ελα να πούμε ψέματα», του νέου μυθιστορήματος της Μάρως Δούκα. Ηταν μια βραδιά συγκινητική. Πολλές φορές έπιασα τον εαυτό μου να βουρκώνει από το κείμενο της Μάρως, αλλά και από την πολύ ζωντανή συζήτηση που ακολούθησε. Δεν ξέρω…ενα βιβλιοπωλείο γεμάτο κόσμο που συζητάει ακόμα σοβαρά και με αγωνία για τον Μπακούνιν, τον Μάρξ, την σχέση μας με την ιστορία και το «ένδοξο» ή όχι και τόσο…είναι για μενα μια σανίδα σωτηρίας από την βαρβαρότητα που ζούμε καθημερινά.

Ζήτησα από την Μάρω να μας δώσει το κείμενο που διάβασε χθες, δέχτηκε και την ευχαριστούμε πάρα πολύ γι αυτό.

 

 

«Από τα πρώτα μου συγγραφικά βήματα, με απασχολούσε εξίσου με την ιστορία που θα ήθελα να αφηγηθώ και ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσα να δώσω δυναμική στην αφήγηση ωθώντας την από το ατομικό στο συλλογικό, από το υποκειμενικό στο αντικειμενικό, και αντίστροφα. Αυτή ακριβώς η αναζήτηση της δυναμικής, πέρα από τις όποιες άλλες αισθητικές επιδιώξεις μου, με οδήγησε από πολύ νωρίς στη συνομιλία με την Ιστορία και στη συναισθηματική εμπλοκή με την Αριστερά. Tην Αριστερά όπως εγώ μπόρεσα να προσλάβω.

 

Όταν, πριν από δεκαπέντε χρόνια, άρχισα να φαντάζομαι ένα βιβλίο όπου λογοτεχνική περσόνα θα ήταν τα Χανιά ταξιδεύοντας στον χρόνο, δεν μπορούσα βέβαια να υποψιαστώ την περιπέτεια που με περίμενε.

 

Ευτυχώς για μένα, καθώς έψαχνα, γρήγορα κατάλαβα ότι εάν πραγματικά ήθελα να αναζητήσω το αληθινό πρόσωπο της πόλης, θα έπρεπε να οπλιστώ με τη διεισδυτικότητα της νοσταλγίας ενός ξένου, ενός διαφορετικού, που γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ αυτά τα δρομάκια και που οι ιστορικές συγκυρίες τον ξερίζωσαν…

 

Άρχισε σιγά σιγά, ταυτόχρονα με τα διαβάσματα και την έρευνα, να πλάθεται ένας Τούρκος, ο Αρίφ Καουρζαντέ. Κι έχει μεγάλη σημασία ότι τον φαντάστηκα διανοούμενο-ευρωπαϊστή, κουβαλώντας στον θεωρητικό οπλισμό του ένα μεταπτυχιακό στον Σεφέρη, επιλέγοντας ακριβώς τον ποιητή με του οποίου τον ψυχισμό, τις αναζητήσεις και τα τραύματα θα μπορούσε ίσως να ταυτιστεί, εφόσον, από την άλλη μεριά του Αιγαίου, αντίστροφα, η οικογένεια Καουρζαντέ είχε κάνει την ίδια περίπου διαδρομή με την οικογένεια Σεφεριάδη. Αυτός, λοιπόν, ο Τούρκος, θα συναντήσει στα Χανιά τον Πανάρη Κριαρά και τη δίδυμη αδελφή του Ελεονόρα, που σεμνύνονται ότι το σόι του πατέρα τής μάνας τους σέρνει από τους βυζαντινούς αρχοντόπουλους … Μάνα τής μάνας τους, όμως, ήταν η Αϊσέ Καουρζαντέ, αδελφή του πατέρα τοu Αρίφ, η οποία, υπακούοντας στη φωνή της καρδιάς της, δεν είχε ακολουθήσει την οικογένειά της στον ξεριζωμό. Και αρχίζει, θα έλεγα, η συμπλοκή του σήμερα με το χθες στις γραμμές του μύθου και της ιστορίας…

 

Δεν θα είχε κανένα νόημα για μένα να γράψω ένα συμβατικό ιστορικό μυθιστόρημα όπου η Ιστορία θα ήταν απλώς ο καμβάς για να κεντηθούν επάνω της τα μυθιστορηματικά πρόσωπα. Μέλημά μου ήταν το ακριβώς αντίθετο. Να βρω τον τρόπο ώστε να αναδείξω τα πρόσωπα του βιβλίου ως τον καμβά όπου επάνω τους θα κεντούσα, αργά και επώδυνα, την Ιστορία, ενσωματώνοντας το γεγονός στο βίωμα και εξανθρωπίζοντάς το, διαποτισμένο από την επίγνωση ότι ο πυρήνας του έχει προ πολλού υποστεί την παραποίηση της ματαιοδοξίας, του φόβου, του καιροσκοπισμού, και προπαντός τη στρέβλωση των συμφερόντων.

 

Μάρτιο του 2004, εκδόθηκε το Αθώοι και φταίχτες ενώ είχε ήδη δρομολογηθεί μέσα μου Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ, εφόσον κατά τη διάρκεια της «θητείας» μου στο Ιστορικό αρχείο Κρήτης είχε πέσει στα χέρια μου το ακριβές αντίγραφο μιας επιστολής, όπου ο αντισυνταγματάρχης Παύλος Γύπαρης, γνωστός στο πανελλήνιο από την εμπλοκή του στη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη, απευθυνόμενος, Απρίλιο του 1945, στον Γενικό Διοικητή Κρήτης, επίσκοπο Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη, του έγραφε ότι δεν τον άφησε ασυγκίνητο η πρόταση των Γερμανών να μπει στα Χανιά με τους άνδρες του και να επιβάλει την τάξιν στους αναρχικούς…

 

Τι ζητούσαν οι Γερμανοί Απρίλιο του 1945 στην Κρήτη; Τι θα μπορούσε να σημαίνει «αναρχικός» εκείνη την εποχή στα Χανιά; Ποιοι κρύβονταν πίσω από τον βενιζελικό Παύλο Γύπαρη;

 

Είχα αρχίσει να δένομαι συναισθηματικά με ορισμένους από τους πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου, να συνομιλώ νοερά μαζί τους, αναζητώντας ταυτόχρονα τις δικές μου φωνές μέσα από την ανθρωπογεωγραφία κυρίως, ως ήταν επόμενο, του Αθώοι και φταίχτες. Ώσπου ο αφανής, σκεπτικιστής, Γιώργης Κριαράς, ο υπέργηρος πατέρας του Πανάρη και της Ελεονόρας, μέσω της εγγονής του Βιργινίας, θα αναλάμβανε όχι μόνο τον ρόλο του αφηγητή-μάρτυρα εκείνης της φαρμακερής εποχής αλλά και κόντρα στη φύση του θα σήκωνε το άχθος του εκδικητή.

 

Μπερδεμένη και αναποφάσιστη η εγγονή Βιργινία, αλλά όχι χωρίς προσανατολισμό, είναι πρωτίστως η μυθιστορηματική ηρωίδα που προορίζεται, μέσα από τον μύθο του παππού της, να χωθεί όλο και πιο βαθιά στην Ιστορία. Όταν αρχίζει τον εσωτερικό μονόλογό της, εμπλουτισμένο από πολλές άλλες και διαφορετικές φωνές, καθώς ενσωματώνει σταδιακά στη δική της αφήγηση την αφήγηση του παππού, όλα μοιάζουν να έχουν συντελεστεί φιλτραρισμένα από την επίγνωση ότι το δίκιο, δυστυχώς, ποτέ δεν είναι μόνο δίκιο. Ότι το δίκιο, στις γραμμές του μύθου και της Ιστορίας, είναι ζόρικο πολύ.

 

Το βιβλίο εκδόθηκε φθινόπωρο του 2010, ενώ είχα ήδη αρχίσει να κρατάω σημειώσεις για το επόμενο, της επιβεβλημένης πια τριλογίας, Έλα να πούμε ψέματα.

 

Αν στο Αθώοι και φταίχτες κινητήρια δύναμη ήταν να προκαλέσω μια μικρή έστω ρωγμή στην όποια ιδέα μας για τους Τουρκοκρητικούς, τον εαυτό μας και τους άλλους, και αν στο Δίκιο είναι ζόρικο πολύ φιλοδόξησα να αναδείξω με ντοκουμέντα την ιδιαιτερότητα του αποκλεισμού των Γερμανών στα Χανιά, τη δίμηνη αγγλογερμανική κατοχή της πόλης, αλλά και την προδοτικά παραβιασμένη γραμμή ανάμεσα σε εχθρούς και συμμάχους στην Κρήτη– στο Έλα να πούμε ψέματα, στοίχημά μου ήταν όχι απλώς να ανασυστήσω τον συσκοτισμένο εμφύλιο στο νησί, και ιδιαίτερα στα Χανιά, αναζητώντας τους υπαιτίους και τους βαθύτερους λόγους αυτής της συσκότισης, αλλά και μέσα από τις συμπλεκόμενες αφηγήσεις να αποτυπώσω πολυφωνικά και διαχρονικά το ήθος του ανθρώπου που σηκώνει το χέρι και φωνάζει «παρών» στο προσκλητήριο του καιρού του.

 

Στις γραμμές του μύθου και της Ιστορίας, λοιπόν. Και ο μύθος εδώ, πέρα από τις όποιες άλλες ερμηνείες, χρήσεις, καταχρήσεις και παραποιήσεις του στην εποχή μας, άμεσα συνδεόμενος με τον προφορικό λόγο, υποδηλώνει κυρίως τη συνένωση του πραγματικού γεγονότος με το φανταστικό, της συλλογικής Ιστορίας με την ατομικότητα.

 

Λέει και ξαναλέει η νεαρή Βιργινία ότι χάρη στον μύθο του παππού της μπόρεσε να φτιάξει τον δικό της μύθο. Και μέσα από τον δικό της μύθο μπόρεσε να συνομιλήσει με την Ιστορία γενικά. Και συνομιλώντας με την Ιστορία γενικά, μπόρεσε να πιάσει επαφή με το παρόν. Το δικό της παρόν. Και μέσα απ’ το δικό της παρόν, κέρδισε, επιτέλους, τη σχέση της με τον κόσμο!

 

Έλα να πούμε ψέματα, ο τίτλος
Πρόκειται για τον πρώτο στίχο από ένα πρωταπριλιάτικο σκωπτικό τραγουδάκι (Έλα να πούμε ψέματα ένα σακί γιομάτο, φόρτωσα έναν μπόντικα σαράντα κολοκύθια κι απάνω στα καπούλια του ένα σακί ρεβύθια) που διατρέχει υπαινικτικά απ’ αρχής μέχρι τέλους το βιβλίο στοιχειώνοντας όνειρα, έρωτες, φιλίες, μυστικά, παθήματα, μνήμες…
Έλα να πούμε ψέματα για να παρηγορηθούμε, ψέματα για να γελάσουμε, ψέματα για να ξορκίσουμε, κυρίως, τα άλλα ψέματα με τα οποία υπονομεύουν τη ζωή μας η δουλική πίστη και η τυφλή υποταγή σε μεσσιανικές αλήθειες. Έρχεται λοιπόν το ψέμα να μονιάσει με την πικρή, τη μαύρη, τη σκληρή, την ωμή αλήθεια, κατά τον ίδιο τρόπο που και το δίκιο όσο πιο ζόρικο είναι τόσο και πιο συχνά έρχεται να λημεριάσει με τ’ άδικο, αντικριστά το δίκιο με το άδικο, γελώντας, ενώ θα σιγοτραγουδάει στον Τούρκο συγγενή του ο Πανάρης: Στο νησί των πειρατών, θα ανταμώνουμε λοιπόν ίδια αθώοι κι ίδια φταίχτες σαν αντικριστοί καθρέφτες… ( στίχοι του Άλκη Αλκαίου, μουσική Σωκράτη Μάλαμα)

Χωρίς όμως να λησμονούμε, κι αυτό αξίζει να τονιστεί, προς όφελος, κυρίως, της νοημοσύνης μας καθώς έλεγε και ο σκεπτικιστής γερο-Κριαράς, πως όταν πρόκειται για την πολιτική ή για την Ιστορία στην καθημερινή εκδοχή τους, αν και δύσκολο να εντοπίσουμε την αλήθεια και το δίκιο, είναι αναγκαίο να έχουμε έστω μιαν ιδέα προς τα πού μπορούν κάθε φορά να κλίνουν.

Υπόθεση του βιβλίου

Η παιδίατρος Ελεονόρα και ο δίδυμος αδελφός της ο Πανάρης, βασικοί χαρακτήρες στα δυο προηγούμενα βιβλία, αναλαμβάνουν εδώ να ανακεφαλαιώσουν το χθες και το σήμερα. Αφημένοι στη ροή των γεγονότων, αλλά όχι παραιτημένοι, αυτοσαρκαστικοί ελεγκτές της συνάφειάς τους με τους άλλους, μακρινούς και κοντινούς, οικείους και ξένους, μέσα από τους συμπλεκόμενους εσωτερικούς μονολόγους τους, αποτυπώνουν και σχολιάζουν την επικαιρότητα, αναζητώντας ο καθένας για λογαριασμό του, την ουσία της ζωής.

Η Ελεονόρα, εκπαιδευμένη από χρόνια στην ευθύνη και στη μοναξιά, καλείται να αναπλάσει, σχεδόν παραμιλώντας, μέσα από το ανιδιοτελές διήγημα της μητέρας της, την πιο ανυστερόβουλη, πέρα από συμφέροντα, σκοπιμότητες, κρίσεις και επικρίσεις, ιστορία-μαρτυρία για τον εμφύλιο, αναδεικνύοντας σε πρωταγωνιστή υψηλής ηθικής εμβέλειας τον ταπεινό, αθόρυβο υποτακτικό τους στο οικογενειακό κτήμα, τον Φάνη.

Ενώ ταυτόχρονα ο Πανάρης, ταξιδευτής κάποτε, καθημερινός συνομιλητής του Φάνη, μετρώντας και ξαναμετρώντας τα περασμένα του από τα Χανιά στις ΗΠΑ και το Μεξικό και από την Αργεντινή στη Νικαράγουα και το Σαν Φρανσίσκο, ανασυστήνει λυτρωτικά την αδικαίωτη ζωή του μέσα από την οξυδερκή αλλά αδιέξοδη ματιά του νεαρού Μπακούνιν.

Στον αντίποδα της Ελεονόρας και του Πανάρη, οι αλληλοτροφοδοτούμενοι μονόλογοι της Αναστασίας και του μοναχογιού της Ιδομενέα. Το οικογενειακό αυτό δίπολο μάνας-γιου, ως αντίπαλο δέος του δίπολου Ελεονόρας-Πανάρη, προορίζεται εδώ να παραλάβει τη σκυτάλη σε μιαν αφήγηση όπου το σήμερα συνδιαλέγεται, συγκρούεται, συσκέπτεται ακατάπαυστα με το χθες.

Από τη μια, η Αναστασία, αεικίνητη, λαϊκότροπη, ευφυής, στη μαχητική διαδρομή της από την επιβίωση προς τη ζωή, αναμοχλεύει τον καιρό της και τον καιρό μας, προτάσσοντας στα καταστατικά των αριστερών ιδεών και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών τις αναγκαίες, και υπό τη μορφή του κατεπείγοντος, συλλογικότητες και την κοινωνική αλληλεγγύη στην καθημερινή, ανόθευτη εκδοχή της.

Από την άλλη, ο τριαντάχρονος ιστορικός Ιδομενέας, («είχες εσύ τον παππού σου, είχα όμως κι εγώ τον πατέρα μου», λέει και ξαναλέει μονολογώντας, απευθυνόμενος στην αγαπημένη του Βιργινία) περικυκλωμένος από την άχαρη, πληκτική, όπως την προσλαμβάνει, πραγματικότητα, ικανός παρατηρητής και επόπτης της εποχής του, πιεσμένος όμως από τη δυσκολία του να «αφεθεί» άνευ όρων στους προγραμματισμούς της Βιργινίας, προσπαθεί, στο περιθώριο της διατριβής που εκπονεί, να μεταγράψει τα τετράδια του επονίτη-αντάρτη-μαχητή πατέρα του, αναπαριστώντας με αναστοχαστική διάθεση το οδοιπορικό του από την έναρξη και τη λήξη του εμφυλίου έως το καταφύγιο-πλυσταριό-παρατηρητήριό του, την παράδοσή του έπειτα στις Αρχές και τη μακρόχρονη «περιοδεία» του σε όλες τις φυλακές της μετακατοχικής, ψυχροπολεμικής Ελλάδας.

 

Δομή-πλοκή του βιβλίου

Από τις 664 σελίδες, οι 350 καλύπτονται από τους εναλλασσόμενους, όπως προανέφερα, εσωτερικούς μονολόγους των τεσσάρων αφηγητών, (Ελεονόρας- Αναστασίας-Ιδομενέα-Πανάρη) και εάν κανείς επιχειρούσε να διαβάσει αυτές μόνο τις σελίδες θα διαπίστωνε ότι έχει μπροστά του ένα σχεδόν αυτοτελές μυθιστόρημα καθώς με εφαλτήριο το σήμερα αποτυπώνονται οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια έως και την κρίση των ημερών μας, μεταπλασμένες μέσα από την οπτική, τον ψυχισμό, τις αγωνίες, τα συναισθήματα, τους μύθους, τις προσλαμβάνουσες, την αίσθηση και συναίσθηση του καιρού του καθενός από τους αφηγητές χωριστά αλλά και των τεσσάρων ταυτόχρονα, όπως διασταυρώνονται τα ακούσματα, τα βήματα και τα βιώματά τους.Πώς να μη συσχετίσεις, για παράδειγμα, αναρωτιέται η Αναστασία,τους μετακατοχικούς άνευ θητείας χωροφύλακες,(τους διαβόητους γυπαραίους) στα Χανιά, με τους χρυσαυγίτες του σήμερα; Και πώς να μη σαρκάσεις, σχολιάζει ο Πανάρης, τη διαδρομή από τους επιπλέοντες δωσίλογους της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης στους τωρινούς μαφιόζους; Και πώς να παραβλέψεις τη σύμπτωση ότι ακριβώς την ίδια ημερομηνία έναρξης του εμφυλίου στα Χανιά, είκοσι χρόνια αργότερα, στις 21 Απριλίου και πάλι, θα επιβληθεί η δικτατορία των συνταγματαρχών, που για χρόνια θα την αποκαλούν, και πολύ περισσότεροι απ’ όσους θα μπορούσαμε να φανταστούμε, επανάσταση;

Τόσοι αγώνες ματαιωμένοι, τόσες ρημαγμένες ζωές. Αλλά και τόση πίστη, τόση αφοσίωση,εμμονή και επιμονή στην ελπίδα.

 

Οι εγκιβωτισμένες ιστορίες

 

Σε αυτούς τους διακριτούς, αφηγηματικά αυτοτελείς, μονολόγους, εγκιβωτίζεται από τη μεριά του Ιδομενέα,εκτεινόμενη σε 214 σελίδες, η προαναφερθείσα μαρτυρία-αφήγηση του πατέρα του, Μανόλη Αποστολάκη, με τον εύγλωττο τίτλο Κοιμήθηκα παιδί και ξύπνησα άντρας.Αποτελώντας αυτές οι σελίδες τον πυρήνα, τη βαθύτερη, θα έλεγα, αιτία του βιβλίου, φιλοδοξούν να συνθέσουν τη μυθοπλασία μιας όσο το δυνατόν ρεαλιστικής εικόνας του εμφυλίου, χωρίς ωραιοποιήσεις, στρογγυλέματα, αποσιωπήσεις, κουκουλώματα, αλλά και, εκ των υστέρων, υστερόβουλες παραποιήσεις ανιστόρητους συσχετισμούς και αποτιμήσεις, συμπλέκοντας και πάλι τους πραγματικούς πρωταγωνιστές εκείνων των γεγονότων με τους επινοημένους χαρακτήρες,προκειμένου να αναψηλαφίσουν τον μύθο ότι στην Κρήτη, τάχα μου, εμφύλιος δεν υπήρξε. Και όμως υπήρξε. Έστω και αν δεν είχε την ευρύτητα και τη δριμύτητα του εμφυλίου στην ηπειρωτική Ελλάδα. Από το καλοκαίρι του 1947 και έως τα Χριστούγεννα του 1949, περπατώντας στην πόλη, αρκεί να σου το «επέτρεπε» η ματιά σου, όλο και σε κάποιο κεφάλι αντάρτη κρεμασμένο σε κοινή θέα θα έπεφτες…Τα κρεμούσαν, λέει, πότε στην Αγορά, πότε στη γέφυρα του ποταμού Κλαδισού, για να τα βλέπει ο κόσμος και να παραδειγματίζεται!

 

Εγκιβωτίζεται επίσης από τη μεριά του Πανάρη, το προαναφερθέν σχεδίασμα μιας βιογραφίας του νεαρού Μπακούνιν, με τον επίσης εύγλωττο τίτλο Ταξιδεύοντας χωρίς χάρτη, εκτεινόμενο σε εκατό σελίδες. Πρόκειται επί της ουσίας για το ιστορικό-πολιτικό-φιλοσοφικό καθρέπτισμα του Πανάρη, καθώς έρχονται να συναντηθούν με τον νεανικό πυρετό και τα τραυματικά του αδιέξοδα, οι περιπλανήσεις του Ρώσου αναρχικού-αναζητητή,την ίδια εποχή που και ο άλλος νεαρός, ο μυαλωμένος τριαντάχρονος Καρλ Μαρξ, έχει κληθεί να ανασυνθέσει και να επαναδιατυπώσει το μανιφέστο που θα τροφοδοτούσε τα οράματα και θα ενέπνεε τους κοινωνικούς αγώνες του καταματωμένου εικοστού αιώνα. Αυτός ο εγκιβωτισμός του Πανάρη έρχεται επίσης, αναπόφευκτα, θα έλεγα,καθώς επικεντρώνει στην επαναστατημένη Ευρώπη του 1848, να σχολιάσει αντιστικτικά τον εμφύλιο και να αποτίσει φόρο τιμής,εκατό χρόνια αργότερα, στους πολιορκημένους αντάρτες του δημοκρατικού στρατού στο φαράγγι της Σαμαριάς.

 

Τελειώνοντας, σε ό,τι αφορά τον κύκλο που αισθάνομαι να κλείνω με το Έλα να πούμε ψέματα, εκτός από την ολοκλήρωση της περιπλάνησής μου στην πόλη όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, μαθαίνοντας πια να μετρώ και να εκτιμώ αλλιώς τον χρόνο, θα έλεγα πως, στην προσπάθειά μου να μυθοποιήσω με οδηγό τις ζωές των επινοημένων ηρώων μου διακόσια τουλάχιστον χρόνια Ιστορίας, κλήθηκα να «δοκιμαστώ» λογοτεχνικά μέσα από τα ερωτήματα: Πώς και με ποιους όρους και από ποιες πηγές, ποια ντοκουμέντα, γράφεται η Ιστορία;

Πώς ρυθμίζεται, ή και κάτω από ποιες συγκυρίες διαμορφώνεται, η οπτική γωνία του παρατηρητή; Πότε και πώς κάποιος βλέπει κάτι, πότε και πώς δεν το βλέπει από όποια όχθη κι αν στέκει στην κοίτη του ποταμού; Ποιες οι επιπτώσεις των γεγονότων στη ζωή μας; Πώς διαλέγεται το σήμερα με το χθες, το επινοημένο με τις ποικίλες εκδοχές της πραγματικότητας, το απλό με το πολύπλοκο, το σημαντικό με το ασήμαντο, το ατομικό με το συλλογικό; Και πώς, επομένως, θα μπορούσε να εννοηθεί στις ημέρες μας, αντιστικτικά με τον χεγκελιανό αφορισμό της σισύφειας καταδίκης του ανθρώπου να επαναλαμβάνει τα λάθη του,το θουκυδίδειο απόσταγμα ότι η Ιστορία είναι η παρακαταθήκη των πεπραγμένων, ο μάρτυς για το παρελθόν, το παράδειγμα και η συμβουλή για το παρόν, η προειδοποίηση για το μέλλον;

 

Και εγώ, στη δική μου σκακιέρα της μυθοπλασίας, γνωρίζοντας καλά ότι η όποια λογοτεχνικότητα του κειμένου μόνο μέσω της γλώσσας θα μπορούσε να υποστηριχθεί, όφειλα να βρω τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσα να συμπλέξω τα φανταστικά πρόσωπα με τα πρόσωπα για τα οποία έχει μιλήσει, έτσι ή αλλιώς, η Ιστορία.

 

Και πώς θα διασταύρωνα τους ήρωες από τα άλλα βιβλία μου, τη Μυρσίνη, για παράδειγμα, από την Αρχαία σκουριά ή την Άσπα από το Οι λεύκες ασάλευτες, με τους ήρωες της τριλογίας;

 

Και πώς τα βιβλία που θα αποτελούσαν τις γραπτές πηγές μου θα ενσωματώνονταν στη ροή της αφήγησης; Και πώς το ιστορικό γεγονός θα μπορούσε να υποστεί, χωρίς να αλλοιωθεί, τη δοκιμασία και τις ανατροπές της πλοκής;

Ερωτήματα κατά βάσιν αναπάντητα. Nα όμως που ακριβώς επειδή είναι αναπάντητα είναι και σε θέσει να πυροδοτήσουν άλλα ερωτήματα και άλλες απορίες οδηγώντας σε άλλους δρόμους και σε άλλα ξέφωτα…

Κοιμούμαι κι η καρδιά μου ξαγρυπνά

κοιτάζει τ’ άστρα στον ουρανό και το δοιάκι

και πώς ανθοβολά το νερό στο τιμόνι

κι αυτό το θαυμαστό τρίστιχο του Γιώργου Σεφέρη, μότο στους Αθώους και φταίχτες, θα έρθει να συναντηθεί με τον μνησιπήμονα πόνο από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, τον πόνο εκείνο που δεν μας αφήνει να ξεχάσουμε αλλά και τον πόνο που μας προκαλούν όσα θυμόμαστε

Στάζει δ’ ανθ’ ύπνου προ καρδίας

μνησιπήμων πόνος,

 

μότο στο Δίκιο είναι ζόρικο πολύ, κι από εκεί, για να κλείσει ο κύκλος, με το Έλα να πούμε ψέματα, κατευθείαν σε ένα αγαπημένο μου του Γιάννη Ρίτσου:

 

Μες στα παιδιά κάθονταιοι γέροι

και παίζουν πρέφα.

Πλάι

πίσω απ’ το σανιδένιο χώρισμα

νυστάζουν οι νεκροί.

Όχι όχι —φώναξε-

δε θέλω να βλέπω

δε θέλω να ξέρω

δεν είναι εδώ το βασίλειό μου.

Ποίηση

βόηθα να βγω.   «

 

 

 

 

 

 

22294l

 

«Ιστορίες για αγρίους», του Νταμιάν Σιφρόν

 02/10/2014

Τα «μάτια» του Χίτσκοκ

 03/10/2014

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Απαντήστε στην παρακάτω ερώτηση * Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.