Γουοτεργκέιτ: Η σαγηνευτική ιστορία ενός μεγάλου σκανδάλου

Στις 8 Ιανουαρίου 1973 αρχίζει η δίκη για το σκάνδαλο Γουοτεργκέιτ. Κάθονται στο εδώλιο 7 κατηγορούμενοι για τη διάρρηξη στα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος

gouotergkeit-i-sagineutiki-istoria-enos-megalou-skandalou

Το σκάνδαλο του Γουοτεργκέιτ, που αποκάλυψαν δύο νεαροί ρεπόρτερ το 1972, δεν σταμάτησε ποτέ να εμπνέει συγγραφείς, δημοσιογράφους και σκηνοθέτες. Ο Τόμας Μαλόν, συγγραφέας ενός από τα πιο επιτυχημένα ιστορικά μυθιστορήματα στις ΗΠΑ με τίτλο  «Γουοτεργκέιτ», λέει πως «η ιστορία του Γουότεργκειτ είναι σαγηνευτική επειδή έχει αυτή τη φυσική αφηγηματική μορφή, με την  πλοκή να εξελίσσεται συνεχώς και φθάνει σε μια σειρά από διαφορετικές κορυφώσεις, δίνοντας σου την αίσθηση ότι διαβάζεις ένα αστυνομικό θρίλερ».

Στο Γουοτεργκέιτ όλα ξεκινούν από ένα έγκλημα: Στις 17 Ιουνίου του 1972, στις 2.30 τα ξημερώματα, πέντε άνδρες που είχαν προηγουμένως διαρρήξει τα κεντρικά γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος, στο συγκρότημα Γουοτεργκέιτ της Ουάσιγκτον, συλλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω να τοποθετούν «κοριούς» στο εσωτερικό του.. Από την πρώτη στιγμή, η υπόθεση έδειχνε να έχει κάτι το ασυνήθιστο. Οι συλληφθέντες δεν έμοιαζαν με τους χαρακτηριστικούς διαρρήκτες του αμερικανικού υποκόσμου. Φορούσαν ακριβά κοστούμια και χειρουργικά γάντια, κουβαλούσαν πάνω από 2.000$ σε χαρτονομίσματα των 100$, διέθεταν πολύ εκλεπτυσμένους ηλεκτρονικούς μηχανισμούς παρακολούθησης, γουόκι τόκι και κάμερες των 35mm.
Λίγες ώρες αργότερα, στην αίθουσα του δικαστηρίου, ένας από τους διαρρήκτες, ο Τζέιμς Μακ Κορντ, δήλωνε ως επάγγελμα στον εμβρόντητο δικαστή: «σύμβουλος για θέματα Ασφαλείας της CIΑ!». Πίσω από τα αστραφτερά γραφεία του Λευκού Οίκου, ένας «μυστικός πόλεμος» βρισκόταν σε εξέλιξη και κανείς δεν το γνώριζε μέχρι εκείνο το πρωινό του Ιουνίου.

Οι πρωταγωνιστές της δίκης

Οι πρωταγωνιστές της δίκης

Πόλεμοι, σκάνδαλα, «υδραυλικοί» και μαγνητοταινίες…

Το καλοκαίρι του 1971, οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης» άρχισαν να δημοσιεύουν «τα απόρρητα έγγραφα του Πενταγώνου», που αποκάλυπταν ότι ο αμερικανικός λαός είχε σκόπιμα εξαπατηθεί τόσο από τον Κένεντι όσο και από τον Τζόνσον για την εμπλοκή των Η.Π.Α στο Βιετνάμ, στο οβάλ γραφείο επικρατούσε πανικός. Ο Πρόεδρος ανησυχούσε ότι πίσω από τις διαρροές κρυβόταν μια φιλελεύθερη αριστερή συνωμοσία με σκοπό την ανατροπή του, δεν είχε όμως αποταθεί στο FBI, καθώς έτρεφε μια βαθιά δυσπιστία προς τις μυστικές υπηρεσίες της χώρας. «Όταν πέθανε ο Χούβερ, ο Νίξον προσπάθησε να καταλάβει το FBI, ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο του. Δεν εμπιστευόταν ούτε τη CIA», εξηγεί ο ιστορικός Στάνλεϊ Κάτλερ. Ο Λευκός Οίκος είχε πάρει την απόφαση να οργανώσει την «εθνική ασφάλεια» από μόνος του, επιστρατεύοντας μια πλειάδα πρώην αξιωματικών των μυστικών υπηρεσιών. Στην πόρτα της αίθουσας 16 του Executive Office Building, καρφώθηκε μια μεγάλη επιγραφή: «Ν.Γ.-Υδραυλικός». Αποστολή: η καταπολέμηση των διαρροών. Ο Νίξον είχε εξαπολύσει πόλεμο εναντίον όλων. Οι αγαπημένες του λέξεις ήταν “πόλεμος”, “μάχη”, “εχθροί”, είχε μάλιστα και μια λίστα εχθρών!

Ο Νίξον δεν άργησε να επεκτείνει τον πόλεμό του και προς τον «εχθρό» που λεγόταν «Δημοκρατικοί», ενόψει των εκλογών  του φθινοπώρου του 1972. Χιλιάδες δολάρια από παράνομες εισφορές προς την εκλογική επιτροπή του Νίξον, «ξεπλένονταν» στο Μεξικό για να επιστρέψουν στις Η.Π.Α και να χρηματοδοτήσουν μια σειρά από ενέργειες πολιτικής κατασκοπείας, δολιοφθορές, παγιδεύσεις τηλεφώνων, παρακολουθήσεις και σαμποτάζ κάθε είδους εναντίον των Δημοκρατικών. Οι «Υδραυλικοί» είχαν «ευφάνταστες» ιδέες, όχι όμως ιδιαίτερη διακριτικότητα και έτσι, μέχρι το 1973, το Γουότεργκειτ είχε εξελιχθεί σε ένα πρώτου μεγέθους εθνικό σκάνδαλο και αντικείμενο δυο επίσημων δικαστικών ερευνών, καθώς ακόμα και ο ίδιος ο πρόεδρος είχε παγιδεύσει ολόκληρο τον Λευκό Οίκο (!) μαγνητοφωνώντας συστηματικά όλες τις συζητήσεις που γίνονταν στο οβάλ γραφείο, στην αίθουσα διασκέψεων και στα προσωπικά του τηλέφωνα. Οι μαγνητοταινίες αποκάλυπταν ότι ο Νίξον, μόλις έξι μέρες μετά την διάρρηξη στο κτίριο Γουοτεργκέιτ, οργάνωνε ήδη με τους συνεργάτες του τη συγκάλυψη της υπόθεσης.

Ο Νίξον παραιτείται

Ο Νίξον παραιτείται

 Το Γουοτεργκέιτ εξελίσσεται σε βαθιά πολιτική κρίση

Με το Γουοτεργκέιτ , μπήκε για πρώτη φορά το ζήτημα του κατά πόσο ο ίδιος ο Πρόεδρος των Η.Π.Α έπρεπε να λογοδοτήσει για τις πράξεις του. Ο Νίξον υπήρξε η πιο καθοριστική πολιτική προσωπικότητα των τελευταίων 50-60 χρόνων στις Η.Π.Α. Μετά από 30 χρόνια ύφεσης με δυο παγκόσμιους και ένα Ψυχρό πόλεμο, οι πολίτες είχαν μια βαθιά εμπιστοσύνη στην αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης τους. Από το Γουότεργκέϊτ και μετά, ενώ έχουν ήδη μεσολαβήσει η δολοφονία του Τζον Κένεντι το 1963 και ο πόλεμος του Βιετνάμ που άφησε μια τεράστια πληγή στην  αμερικανική κοινωνία η μεταστροφή είναι σαφής με την δυσπιστία και τον κυνισμό να επικρατούν ακόμα και μέχρι τις μέρες μας. Η Αμερική ανακάλυψε ότι ακόμα και η κυβέρνησή της μπορεί να ψεύδεται.  Στις 9 Αυγούστου του 1974, υπό την πίεση των εξελίξεων, ο Νίξον αναγκάστηκε να υποβάλλει τη παραίτηση του. Πρόκειται για ένας ιστορικά μοναδικό γεγονός στην ιστορία των ΗΠΑ. Κανένας μέχρι τότε πρόεδρος δεν είχε παραιτηθεί.

 «Το Γουοτεργκέιτ δεν άφησε σημάδια μόνο στη σκέψη, στις λογοτεχνικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις» αναφέρει o κοινωνιολόγος Μάικλ Σούτσον, «αλλά και σε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε κοινωνική μνήμη, όπως για παράδειγμα στη γλώσσα με την περίφημη κατάληξη “γκέιτ”, που τοποθετούμε πίσω από κάθε καινούριο σκάνδαλο ή στους νόμους που θεσπίστηκαν με αφορμή τα γεγονότα.
Γούντγουορντ και Μπέρνσταϊν, οι δημοσιογράφοι «εθνικοί θησαυροί»!

Περισσότερο από την πολιτική ιστορία, μια ταινία κινεί το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης παγκοσμίως. Δημιουργεί και ένας άλλο σύγχρονο μύθο, αυτόν της δημοσιογραφίας.  Το πολύκροτο βιβλίο «Όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου», που κυκλοφόρησαν οι Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνσταϊν, οι δύο νεαροί τότε δημοσιογράφοι που αποκάλυψαν το θέμα στα πρωτοσέλιδα της «Ουάσινγκτον Ποστ», έγινε μεμιάς ανάρπαστο. Σύντομα, το ταξίδι τους στα άδυτα του κυβερνητικού σκανδάλου συνάντησε τη μεγάλη οθόνη σε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της δεκαετίας του ‘70, με την υπογραφή του σκηνοθέτη Άλαν Πάκουλα.

Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνσταϊν

Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνσταϊν

Στην τελευταία σκηνή της κινηματογραφικής μεταφοράς, ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ και ο Ντάστιν Χόφμαν, που υποδύονταν τον Μπομπ Γούντγουορντ και τον Καρλ Μπέρνσταϊν αντίστοιχα, επισκέπτονται αργά το βράδυ τον διευθυντή σύνταξης της «Ουάσιγνκτον Ποστ», Μπεν Μπράντλεϊ (Τζέισον Ρόμπαρτς). Με μια κοφτή δήλωση του ανακοινώνουν τα τελευταία τους ευρήματα: «Όλοι είναι μπλεγμένοι…». Η απάντηση του Μπράντλεϊ ενσάρκωνε τις προσδοκίες ενός ολόκληρου έθνους για τον ελεγκτικό ρόλο της δημοσιογραφίας: «Το μόνο που διακυβεύεται είναι το πρώτο άρθρο του Συντάγματος, η ελευθερία του τύπου και ίσως το μέλλον της χώρας…». Το γεγονός ότι τα κοφτερά αυτά λόγια δεν ειπώθηκαν ποτέ στην πραγματικότητα, έχει ίσως μικρή σημασία.

Ρόμπερτ Ρέντφορντ και Ντάστιν Χόφμαν

Ρόμπερτ Ρέντφορντ και Ντάστιν Χόφμαν

Στην περίπτωση του Γουοτεργκέιτ ο ρόλος του τύπου στο Γουοτεργκέιτ μετατράπηκε σε ένα εθνικό μύθο, μια ιστορία που παραμένει στη μνήμη καθώς οι λεπτομέρειες για τις πράξεις του Νίξον περνούν στη λήθη. Σύμφωνα με το μύθο, οι δύο νεαροί ρεπόρτερ κατάφεραν να ρίξουν τον Πρόεδρο των Η.Π.Α. Είναι ο μύθος του Δαυίδ και του Γολιάθ, των αδύναμων ανθρώπων που ανατρέπουν ένα θεσμό συντριπτικής ισχύος. Ο Τύπος, με μόνο όπλο την αλήθεια, σώζει την πατρίδα, όπως λέμε. Αυτό κρατάει ζωντανή τη δουλειά των δημοσιογράφων, παρουσιάζοντας την σαν το ιδεώδες του επαγγέλματος σε όλο τον κόσμο. Οι δυο δημοσιογράφοι έγιναν δημόσια είδωλα. Αρθρογραφούν στα εγκυρότερα έντυπα της αμερικανικής πρωτεύουσας, γράφουν μπεστ-σέλερ, δίνουν διαλέξεις σε πανεπιστήμια, εμφανίζονται σε τηλεοπτικές εκπομπές και εξακολουθούν να ασχολούνται με την ερευνητική δημοσιογραφία, όμως το «στόρι» τους παρουσιάζει σήμερα κάποια κενά.

Πόσο «βαθύ» ήταν το «Βαθύ Λαρύγγι»;
 Το «Βαθύ Λαρύγγι» το γνωρίσαμε πρώτη φορά μέσα από την συγγραφική τέχνη των Γούντγουορντ και Μπέρνσταϊν και σύντομα μετατράπηκε σε ένα είδος σύγχρονου Ζορό, που συμπλήρωνε το «μύθο» της δημοσιογραφίας. Ένα υψηλά ιστάμενο κυβερνητικό στέλεχος με βαθειά αίσθηση καθήκοντος είχε αποφασίσει να μην αφήσει το θέμα στο σκοτάδι. Ο περίφημος ανώνυμος πληροφοριοδότης του Γούντγουορντ συστηματικά επιβεβαίωνε ή διέψευδε απόρρητες πληροφορίες, αποκαλύπτοντας βασικές πτυχές του κυβερνητικού σκανδάλου. Για πάνω από τριάντα χρόνια, η ταυτότητα του παρέμεινε μυστική, μέχρι που τον Ιούλιο του 2005, το Vanity Fair Magazine αποκάλυψε ότι ο άνθρωπος πίσω από τη «μάσκα» ήταν ένας όχι και τόσο «ηθικός» άνδρας: ο πρώην Νο2 του FBI, Μαρκ Φελτ.

Μαρκ Φελτ

Μαρκ Φελτ

«Το παραμύθι του μυστικού πληροφοριοδότη που αναστατωμένος από την ανομία του Λευκού Οίκου αποφάσισε να αντιδράσει για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, παρατράβηξε» αναφέρει ο δημοσιογράφος Μαξ Χόλαντ, συγγραφέας ενός ακόμη βιβλίου για το Γουοτεργκέιτ που έκανε ιδιαίτερη αίσθηση με τίτλο «Διαρροή: Πως ο Μαρκ Φελτ έγινε το “Βαθύ Λαρύγγι”». Οι λόγοι της διαρροής από τον Φλετ δεν μόνο πατριωτικοί, ήταν πιο πεζοί. . Μετά το θάνατο του Χούβερ, ο Φελτ, επειδή δεν διορίστηκε διευθυντής του FBI, αποφάσισε να υπονομεύσει το νέο διευθυντή Πάτρικ Γκρέι, διαρρέοντας πληροφορίες για την έρευνα του FBI στο Γουοτεργκέιτ. Ήξερε ότι αυτό θα αναστάτωνε τον Νίξον και πίστευε ότι ο Λευκός Οίκος θα κοιτούσε τον Γκρέι και θα έλεγε “αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να διευθύνει το FBI, χρειαζόμαστε κάποιον με εμπειρία, κάποιον που να ξέρει να επιβάλλει πειθαρχία, κάποιον σαν τον Χούβερ”. Αυτός φυσικά θα ήταν ο Μαρκ Φελτ. Υπάρχει και η παράμετρος που μέσα στη γενική αντίληψη «το καλό μπορεί να νικήσει» αγνοείται. Ο δημοσιογράφος μπορεί να γίνει «εργαλείο» της πηγής, κάτι που φάνηκε αργότερα, όταν οι δημοσιογράφοι χρησιμοποιήθηκαν με πολύ παρόμοιο τρόπο κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της κοινής γνώμης για τον πόλεμο στο Ιράκ.

 Από το Γουοτεργκέιτ στα WikiLeaks

Ίσως όχι τυχαία, ο θρύλος του «Βαθιού Λαρυγγιού» άρχισε να σβήνει την ίδια περίπου στιγμή που τα WikiLeaks έσκαγαν σαν ατομική βόμβα. Το δημιούργημα του Τζούλιαν Ασάντζ δημοσίευσε τα τελευταία χρόνια περισσότερα απόρρητα έγγραφα από όλα τα μέσα ενημέρωσης του κόσμου μαζί και σήμερα, παρά τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει, αυτοχαρακτηρίζεται ως ένας δημοσιογραφικός οργανισμός με στόχο την καταπολέμηση των καταχρήσεων εξουσίας. Και ενώ ο Μπομπ Γούντγουορντ επιμένει, λέγοντας ότι «δεν μπορείς να βρεις το Βαθύ Λαρύγγι στο Facebook», η διάδοση των ψηφιακών μέσων επέφερε δίχως αμφιβολία ένα ακόμη χτύπημα στην ρομαντική εικόνα της δημοσιογραφίας που μας κληρονόμησε το Γουοτεργκέιτ. Υπάρχει άραγε ακόμη χώρος για το είδος της ερευνητικής δημοσιογραφίας με το οποίο μεγάλωσαν γενιές και γενιές επίδοξων ρεπόρτερ;

Ο Νίξον, το «Βαθύ Λαρύγγι», οι δύο μαχητικοί ρεπόρτερ, η κατάληξη «γκέιτ» και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές του σκανδάλου επανέρχονται συχνά στο προσκήνιο με διάφορες αφορμές, όμως είναι αμφίβολο αν οι περισσότεροι άνθρωποι που υπηρετούν σε θέσεις-κλειδιά διδάχτηκαν κάτι από αυτή την ιστορία… «Δεν είμαι καθόλου σίγουρος, δηλώνει ο Στάνλεϊ Κάτλερ, ότι πήραμε τα κατάλληλα διδάγματα. Κάποιος θα πίστευε, για παράδειγμα, ότι με το Βιετνάμ οι ΗΠΑ θα συνειδητοποιούσαν τα όρια της δύναμης τους. Και διερωτώμαι καθώς βλέπω την Αμερική στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν: Άραγε, μάθαμε τίποτα από το πρόσφατο παρελθόν μας;»

πηγή: thetoc.gr 

Πέθανε ο δημοσιογράφος του Βήματος Στάθης Ευσταθιάδης

 07/01/2017

Βίντεο με drone της χιονισμένης Ακρόπολης

 10/01/2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Απαντήστε στην παρακάτω ερώτηση * Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.